Μετάφραση του "laskuvarjo" σε Ελληνικά
Οι αλεξίπτωτο, Αλεξίπτωτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laskuvarjo" σε Ελληνικά.
laskuvarjo
noun
γραμματική
-
αλεξίπτωτο
noun neuterVoisin hypätä laskuvarjolla takapihalle ja tappaa hänet kiikarikiväärillä.
Θα μπορούσα να πέσω με αλεξίπτωτο στην πίσω αυλή, και να τον σκοτώσω σαν ελευθερος σκοπευτής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " laskuvarjo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Laskuvarjo
-
Αλεξίπτωτο
Laskuvarjo katkaisi melkein käsivarteni.
Τό αλεξίπτωτο σχεδόν μού ́ σπασε τά χέρια.
Φράσεις παρόμοιες με "laskuvarjo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πέφτω με αλεξίπτωτο
-
αλεξίπτωτο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη