Μετάφραση του "lasso" σε Ελληνικά

Οι λάσο, βρόχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lasso" σε Ελληνικά.

lasso noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάσο

    noun

    Versot toimivat kuin lassot, jotka etsivät sopivaa koukkua, missä roikkua.

    Αναπτύσσουν άκρες κυκλικά σαν λάσο, ψάχνοντας για άγκυρες για τους μακριούς και λεπτούς μίσχους τους.

  • βρόχος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lasso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lasso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη