Μετάφραση του "lastoitus" σε Ελληνικά

Οι γύψος, νάρθηκας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lastoitus" σε Ελληνικά.

lastoitus Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γύψος

    noun masculine
  • νάρθηκας

    noun masculine

    Kahden murtuneen sormen lastoitus oli varsin helppoa.

    Κάποια σημεία, όπως το να βάλω σε νάρθηκες... τα δυο δάχτυλα με απλά κατάγματα, ήταν πολύ εύκολα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lastoitus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lastoitus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη