Μετάφραση του "lattia" σε Ελληνικά
Οι δάπεδο, πάτωμα, Δάπεδο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lattia" σε Ελληνικά.
lattia
noun
γραμματική
-
δάπεδο
noun neuterKiinteä lattia on kokonaan kuivikkeen peitossa, ja kuiviketta voidaan lisätä tarvittaessa.
Το συμπαγές δάπεδο καλύπτεται πλήρως από στρωμνή, η οποία μπορεί να προστίθεται όπως απαιτείται.
-
πάτωμα
noun neuterMeidän on kaivettava lattia auki päästäksemme siihen käsiksi.
Θα πρέπει να σκάψουμε στο πάτωμα για να το βρούμε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lattia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Lattia
-
Δάπεδο
Lattia heikko tai pahoin vaurioitunut.
Δάπεδο επισφαλές ή κατεστραμμένο.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη