Μετάφραση του "lautakunta" σε Ελληνικά

Οι επιτροπή, συμβούλιο, επιμελητήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lautakunta" σε Ελληνικά.

lautakunta noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτροπή

    noun feminine

    Sertifiointiprosessiin kuuluu ulkopuolisen lautakunnan tekemä tarkastelu sekä tarvittaessa täydentävää koulutusta.

    Στη διαδικασία πιστοποίησης περιλαμβάνεται εξέταση από εξωτερική εξεταστική επιτροπή και συμπληρωματική κατάρτιση, εάν χρειάζεται.

  • συμβούλιο

    noun neuter

    Lautakunnan puheenjohtaja tai joku sen jäsenistä tekee tutkimuksen lautakunnan nimissä.

    Ο πρόεδρος ή ένα μέλος του συμβουλίου διεξάγει την έρευνα για λογαριασμό του συμβουλίου.

  • επιμελητήριο

    noun neuter
  • ορκωτό δικαστήριο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lautakunta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lautakunta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη