Μετάφραση του "legitimaatio" σε Ελληνικά

Το νομιμοποίηση είναι η μετάφραση του "legitimaatio" σε Ελληνικά.

legitimaatio Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • νομιμοποίηση

    noun

    Unionin tuomioistuimen julkisasiamiehet ovat korostaneet tämän legitimaation merkitystä unionin kansalaisuuden käyttöön ottamisesta lähtien.

    Οι γενικοί εισαγγελείς του Δικαστηρίου υπογράμμισαν τη νομιμοποίηση αυτή ήδη από τη θέσπιση της ιθαγένειας της Ένωσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " legitimaatio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "legitimaatio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη