Μετάφραση του "lihava" σε Ελληνικά

Οι χοντρός, λιπαρός, παχύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lihava" σε Ελληνικά.

lihava adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χοντρός

    adjective masculine

    μεγάλης διαμέτρου

    Tikku oli silloin jo lihava mutta nimiä oli myöhäistä vaihtaa.

    Αυτός βέβαια ήταν χοντρός, μα ήταν πια αργά ν'αλλάξουμε ονόματα.

  • λιπαρός

    adjective masculine

    Onko lihava, yksikätinen Hämähäkkimies käynyt täällä?

    Έχετε κάποια λιπαρά, ένα ενόπλων Spider-Men περάσει εδώ;

  • παχύς

    adjective masculine

    Ja minä en seiso hänen lihavan perseensä vieressä.

    Και εγώ δεν στέκομαι δίπλα στο παχύ κώλο της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άφθονος
    • παχύσαρκος
    • εύσαρκος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lihava " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lihava" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lihava" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη