Μετάφραση του "liike" σε Ελληνικά

Οι κίνηση, κίνημα, ελιγμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liike" σε Ελληνικά.

liike noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κίνηση

    noun feminine

    Tässä on otettava huomioon liikkuvan kaluston liike ja käyttäytyminen.

    Λαμβάνονται υπόψη η κίνηση και η συμπεριφορά του τροχαίου υλικού.

  • κίνημα

    noun neuter

    3|poliittis-yhteiskunnallinen

    Emme voi missään oloissa kuvitella tukevamme mitään liikettä, joka käyttää terroria menetelmänään.

    Δεν μπορούμε σε καμμία περίπτωση να σκεφθούμε να υποστηρίξουμε κάποιο κίνημα που έχει ως μέθοδο τον τρόμο.

  • ελιγμός

    noun masculine

    Laaja strateginen liike nujersi Euraasian joukot Afrikan rintamalla ja onnistui täysin.

    Ο ευρύς στρατηγικός ελιγμός για υπερφαλάγγιση των Ευρασιακών δυνάμεων στο Αφρικανικό μέτωπο, υπήρξε επιτυχής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εμπορικό
    • επιχείρηση
    • κατάστημα
    • μετακίνηση
    • Κίνηση
    • αλλαγή θέσης
    • μηχανισμός
    • μηχανισμός δράσης
    • νόημα
    • χειρονομία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " liike " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "liike" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "liike" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη