Μετάφραση του "liikenne" σε Ελληνικά

Οι κίνηση, κυκλοφορία, μεταφορές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liikenne" σε Ελληνικά.

liikenne noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κίνηση

    noun feminine

    Tässä on otettava huomioon liikkuvan kaluston liike ja käyttäytyminen.

    Λαμβάνονται υπόψη η κίνηση και η συμπεριφορά του τροχαίου υλικού.

  • κυκλοφορία

    noun

    Kansallisen lain mukaan varsinainen triangulaarinen liikenne sallittua, muu triangulaarinen liikenne kiellettyä.

    Σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο: επιτρεπόμενη η ορθά εννοούμενη τριγωνική κυκλοφορία· απαγορευόμενη η κακώς εννοούμενη τριγωνική κυκλοφορία.

  • μεταφορές

    noun

    Tämä koskee erityisesti suurkaupunkeja, joissa liikenne on usein romahduksen partaalla.

    Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις μεγάλες πόλεις, όπου οι μεταφορές οδηγούνται συχνά σε αδιέξοδο.

  • Μεταφορές

    Tämä koskee erityisesti suurkaupunkeja, joissa liikenne on usein romahduksen partaalla.

    Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις μεγάλες πόλεις, όπου οι μεταφορές οδηγούνται συχνά σε αδιέξοδο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " liikenne " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "liikenne" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "liikenne" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη