Μετάφραση του "lika" σε Ελληνικά
Οι ακαθαρσία, βρωμιά, βρομιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lika" σε Ελληνικά.
lika
noun
γραμματική
-
ακαθαρσία
noun feminine— puhtaita, vailla vieraita aineita, likaa ja verta,
— καθαρά, χωρίς κανένα ορατό ξένο σώμα, ακαθαρσία ή αίμα,
-
βρωμιά
adjective feminineNainen oli vahva, mutta kynsien alta ei löydy likaa.
́ Ηταν δυνατή κοπέλα, αλλά δεν υπάρχει βρωμιά στα νύχια της.
-
βρομιά
Sitähän kyllä sanotaan, että noki on puhdasta likaa.
Πάντως, λένε πως η καπνιά είναι καλή, μια καθαρή βρομιά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βρόμα
- βρώμα
- ρύπος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lika " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη