Μετάφραση του "litografia" σε Ελληνικά
Οι λιθογραφία, Λιθογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "litografia" σε Ελληνικά.
litografia
noun
γραμματική
-
λιθογραφία
noun feminineOpiskeltuaan litografiaa eli kivipainantaa Wienin taideakatemiassa hän perusti Prahaan ensimmäisen litografeja valmistavan pajan.
Αφού σπούδασε λιθογραφία στην Ακαδημία Καλών Τεχνών στη Βιέννη, άνοιξε το πρώτο εργαστήρι λιθογραφίας στην Πράγα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " litografia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Litografia
-
Λιθογραφία
Litografia on puolijohdekomponenttien skaalauksessa käytettävä keskeinen teknologia.
Η λιθογραφία αποτελεί βασική τεχνολογία για την κλιμάκωση των διατάξεων ημιαγωγών.
Φράσεις παρόμοιες με "litografia" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λιθογράφος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη