Μετάφραση του "logaritmi" σε Ελληνικά
Οι λογάριθμος, Λογάριθμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "logaritmi" σε Ελληνικά.
logaritmi
noun
γραμματική
-
λογάριθμος
noun masculinePow:n logaritmia käytetään merkitsemään kemiallisen aineen biokertyvyyttä vesieliöissä.
Ο λογάριθμος του Pow χρησιμοποιείται ως ένδειξη της δυνητικότητας βιοσυγκέντρωσης μίας χημικής ουσίας σε υδρόβιους οργανισμούς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " logaritmi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Logaritmi
-
Λογάριθμος
Pow:n logaritmia käytetään merkitsemään kemiallisen aineen biokertyvyyttä vesieliöissä.
Ο λογάριθμος του Pow χρησιμοποιείται ως ένδειξη της δυνητικότητας βιοσυγκέντρωσης μίας χημικής ουσίας σε υδρόβιους οργανισμούς.
Φράσεις παρόμοιες με "logaritmi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Φυσικός λογάριθμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη