Μετάφραση του "loma" σε Ελληνικά

Οι διακοπές, αργία, άδεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "loma" σε Ελληνικά.

loma noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακοπές

    noun feminine

    Jos syyte on murhayrityksestä, lomasta tulee helvetin pitkä.

    Και αν είμαι καταζητούμενος για απόπειρα δολοφονίας, τότε θα είναι σε μεγάλες διακοπές.

  • αργία

    noun feminine

    Ei se merkitse lomaa meillekään!

    Δεν είναι ακριβώς μιά επίσημη αργία για εμάς.

  • άδεια

    noun feminine

    Työntekijää, joka pitää lomaa, ei kuitenkaan pidä asettaa taloudellisesti edullisempaan asemaan muihin työntekijöihin nähden.

    Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο εργαζόμενος που λαμβάνει άδεια περιέρχεται σε ευνοϊκότερη οικονομική κατάσταση από τους λοιπούς.

  • εορτή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " loma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Loma
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αργία

    Ei se merkitse lomaa meillekään!

    Δεν είναι ακριβώς μιά επίσημη αργία για εμάς.

Φράσεις παρόμοιες με "loma" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "loma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη