Μετάφραση του "loppu" σε Ελληνικά

Οι τέλος, κατάληξη, τέρμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "loppu" σε Ελληνικά.

loppu noun adverb γραμματική

Viimeinen osa.

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τέλος

    noun neuter

    Tulliliitto toteutetaan kokonaisuudessaan toisen vaiheen toisen jakson lopussa.

    Η τελωνειακή ένωση υλοποιείται πλήρως στο τέλος της δεύτερης φάσης του δεύτερου σταδίου.

  • κατάληξη

    noun feminine

    On vain yksi loppu, jota hän ei odota.

    Πράγμα που σημαίνει πως υπάρχει μια κατάληξη που δεν θα περιμένει.

  • τέρμα

    noun neuter

    On tehtävä loppu siitä, että rikkomuksista ei rangaista.

    Πρέπει να τεθεί τέρμα στη βασιλεία της ατιμωρησίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άκρη
    • έκβαση
    • αιχμή
    • ακμή
    • λήξη
    • τελικός
    • υπόλοιπο
    • υπόλοιπος
    • άκρο
    • αποτελείωμα
    • επίλογος
    • θάνατος
    • λοιπός
    • οι άλλοι
    • πέρας
    • περάτωση
    • συμπέρασμα
    • συμπλήρωση
    • τέλη
    • τελείωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " loppu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "loppu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "loppu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη