Μετάφραση του "loppuminen" σε Ελληνικά
Οι διακοπή, εξάντληση, παύση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "loppuminen" σε Ελληνικά.
loppuminen
noun
verb
γραμματική
-
διακοπή
noun feminineOlen kuitenkin sitä mieltä, että maataloustoiminnan loppuminen on paljon suurempi ympäristöuhka.
Πιστεύω, ωστόσο, ότι σημαντικά μεγαλύτερη απειλή για το περιβάλλον είναι η διακοπή της γεωργικής δραστηριότητας.
-
εξάντληση
noun feminineTaattujen oleskelulupien määrän mahdollinen loppuminen ei koske heitä.
Τυχόν εξάντληση του αριθμού των τίτλων εγγυημένης διαμονής δεν είναι αντιτάξιμη έναντι αυτών.
-
παύση
nounKuten kyseisessä säännöksessä säädetään, toiminnan loppuminen on todettava asianmukaisesti.
Κατά τα οριζόμενα στη διάταξη αυτή, η παύση της δραστηριότητας πρέπει να έχει διαπιστωθεί δεόντως.
-
σταμάτημα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " loppuminen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη