Μετάφραση του "lovi" σε Ελληνικά

Οι εγκοπή, εντομή, σχισμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lovi" σε Ελληνικά.

lovi noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγκοπή

    noun

    - ulommat suojuslehdet soikeat ja sileät, niiden kärki on pyöristynyt ja siinä on pieni lovi;

    - εξωτερικά βράκτια ωοειδή, με στρογγυλεμένη κορυφή που φέρει εγκοπή χωρίς άκανθα,

  • εντομή

    noun feminine
  • σχισμή

    noun feminine

    Tämä lovi syntyi, kun kompastuin jahdatessani Astra-tätiä.

    Και έκανα αυτή την σχισμή, όταν έπεσα που κυνηγούσα την θεία Άστρα.

  • χαραμάδα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lovi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lovi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη