Μετάφραση του "makeinen" σε Ελληνικά

Οι καραμέλα, γλυκό, γλύκισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "makeinen" σε Ελληνικά.

makeinen noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καραμέλα

    noun feminine

    Bayrisch Blockmalz on kova makeinen, jonka maun mallasmainen luonne johtuu mallasuutteesta.

    Η «Bayrisch Blockmalz» είναι μια σκληρή καραμέλα, με γεύση βύνης, η οποία παράγεται από εκχυλίσματα βύνης.

  • γλυκό

    noun neuter

    Makeinen, joka tunnetaan nimellä 77X42...

    Το γλυκό, με την ονομασία 77 Χ42...

  • γλύκισμα

    noun neuter

    Melekouni on perinteinen makeinen, jota valmistetaan Rodoksen saarella.

    Το «Μελεκούνι» είναι ένα παραδοσιακό γλύκισμα που παράγεται στο νησί της Ρόδου.

  • κουφέτο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " makeinen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "makeinen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη