Μετάφραση του "maksamaton" σε Ελληνικά

Οι ανεξόφλητος, απλήρωτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maksamaton" σε Ελληνικά.

maksamaton adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεξόφλητος

    Adjective
  • απλήρωτος

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " maksamaton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "maksamaton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη