Μετάφραση του "maksu" σε Ελληνικά

Οι αμοιβή, πληρωμή, δίδακτρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maksu" σε Ελληνικά.

maksu noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμοιβή

    noun feminine

    1|se mitä pitää suorittaman jonkin hyödykkeen tai palvelun saamiseksi

    Työvoimanvuokrausalan yritykset eivät voi periä työntekijöiltä maksua vastineeksi työn tarjoamisesta käyttäjäyrityksessä.

    Οι εταιρείες προσωρινής απασχόλησης δεν ζητούν αμοιβή από τους εργαζομένους ως αντάλλαγμα της τοποθέτησής τους σε χρήστρια επιχείρηση.

  • πληρωμή

    noun feminine

    1|se mitä pitää suorittaman jonkin hyödykkeen tai palvelun saamiseksi

    Kaikki yhteenkytkennän välityksellä käsiteltävät maiden väliset maksut ovat euromääräisiä.

    Κάθε διασυνοριακή πληρωμή που πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας στο πλαίσιο του μηχανισμού διασύνδεσης εκφράζεται σε ευρώ.

  • δίδακτρα

    noun

    Lisäksi ulkomaalaisilta opiskelijoilta perittävä lukukausimaksu on erisuuruinen kuin kroatialaisilta opiskelijoilta perittävä maksu.

    Επιπλέον, τα δίδακτρα για τους αλλοδαπούς φοιτητές είναι διαφορετικά από τα δίδακτρα που ισχύουν για τους Κροάτες φοιτητές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εισφορά
    • χρέωση
    • δικαιώματα
    • εξέταστρα
    • τέλος
    • φόρος
    • ανταπόδοση
    • δασμός
    • διόδια
    • καταβολή
    • κόστος
    • απόδοση
    • δαπάνη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " maksu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "maksu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "maksu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη