Μετάφραση του "mammona" σε Ελληνικά

Οι λεφτά, έσοδα, κέρδη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mammona" σε Ελληνικά.

mammona noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεφτά

    noun neuter
  • έσοδα

    noun
  • κέρδη

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παράδες
    • παραδάκι
    • χρήμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mammona " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mammona" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη