Μετάφραση του "masennus" σε Ελληνικά

Οι κατάθλιψη, Μείζων καταθλιπτική διαταραχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "masennus" σε Ελληνικά.

masennus noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάθλιψη

    noun feminine

    sairaus

    Vastaavaa päävammaa seuraa usein masennus. Sen mukana voi tulla itsetuhoisia ajatuksia.

    Ρόζενμπεργκ συχνά ακολουθεί μια εμπειρία κατάθλιψης κι αυτή η κατάθλιψη συνοδεύεται από τάσεις αυτοκτονίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " masennus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Masennus
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μείζων καταθλιπτική διαταραχή

    Kun hän oli 23-vuotias, hänellä todettiin vakava masennus.

    Στα 23 του, διαγνώστηκε με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή.

Φράσεις παρόμοιες με "masennus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "masennus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη