Μετάφραση του "massa" σε Ελληνικά

Οι μάζα, πολτός, όγκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "massa" σε Ελληνικά.

massa noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάζα

    noun feminine

    fysiikan perussuure, joka kuvaa toisaalta kappaleen hitautta voiman vaikuttaessa siihen, toisaalta kappaleen kykyä tuntea ja aiheuttaa gravitaatiovoimia

    Tämä määritellään itse tuotteiden massaksi ilman tuotetta lähinnä olevia säiliöitä tai mitään pakkauksia.

    Καθορίζεται ως η μάζα των προϊόντων χωρίς τις άμεσες πρώτες συσκευασίες τους ούτε άλλες συσκευασίες.

  • πολτός

    noun masculine

    Sitten massa valuu kourua pitkin ja kerääntyy tuohon säiliöön.

    Ο πολτός κυλάει μέσα σ'συτόν τον σωλήνα και μαζεύετε σε εκείνη την δεξαμενή.

  • όγκος

    noun masculine

    Tämän valkoisen jättiläisen suunnaton massa koostuu suurimmaksi osaksi pienen pienistä lumihiutaleista.

    Αυτός ο όγκος τόνων λευκής ενέργειας ο οποίος προκαλεί εκκωφαντικό θόρυβο αποτελείται κυρίως από μικροσκοπικές νιφάδες χιονιού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλήθος
    • δύναμη
    • λαός
    • όχλος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " massa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "massa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "massa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη