Μετάφραση του "mauton" σε Ελληνικά

Οι άνοστος, άγευστος, ανάλατος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mauton" σε Ελληνικά.

mauton adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνοστος

    Adjective masculine
  • άγευστος

    adjective masculine

    Valkoinen tai lähes valkoinen jauhe, joka on hajuton, väritön ja mauton polysakkaridi, joka on saatu ei-muuntogeenisestä sokerimaissista käyttämällä perinteisiä elintarvikkeiden jalostustekniikoita

    Λευκή έως υπόλευκη σκόνη, άοσμος, άχρωμος, άγευστος πολυσακχαρίτης παραγόμενος από μη γενετικώς τροποποιημένο γλυκό καλαμπόκι με συμβατικές τεχνικές επεξεργασίας τροφίμων

  • ανάλατος

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανούσιος
    • ακαλαίσθητος
    • κακόγουστος
    • σαχλός
    • φανταχτερός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mauton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mauton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη