Μετάφραση του "ministeri" σε Ελληνικά

Οι υπουργός, υπουργόσ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ministeri" σε Ελληνικά.

ministeri noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπουργός

    noun masculine

    πολιτικός που διευθύνει συγκεκριμένο τομέα των καθηκόντων μιας εθνικής ή τοπικής κυβέρνησης

    Tämä on hyvin pitkälle samansuuntainen ajatus, kuin se, jonka ministeri Amado juuri esitti.

    Αυτή είναι εν πολλοίς η γραμμή που παρουσίασε πριν λίγο ο υπουργός κ. Amado.

  • υπουργόσ

    Tämä on hyvin pitkälle samansuuntainen ajatus, kuin se, jonka ministeri Amado juuri esitti.

    Αυτή είναι εν πολλοίς η γραμμή που παρουσίασε πριν λίγο ο υπουργός κ. Amado.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ministeri " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ministeri" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ministeri" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη