Μετάφραση του "monarkia" σε Ελληνικά

Το μοναρχία είναι η μετάφραση του "monarkia" σε Ελληνικά.

monarkia noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοναρχία

    noun feminine

    1|hallitusmuoto, jossa valtion johdossa on asemansa perinyt tai vaalilla valittu monarkki

    Jos katolinen monarkia halutaan palauttaa, niin meidän täytyy toimia nyt!

    Για να επαναφέρουμε την καθολική μοναρΧία, πρέπει να δράσουμε τώρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monarkia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "monarkia" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monarkia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη