Μετάφραση του "moniselitteinen" σε Ελληνικά

Το διφορούμενος είναι η μετάφραση του "moniselitteinen" σε Ελληνικά.

moniselitteinen adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διφορούμενος

    adjective masculine

    Tilanne on tällainen silloin, kun riidanalainen säännös on moniselitteinen.

    Τούτο συμβαίνει οσάκις η επίδικη διάταξη παρουσιάζει διφορούμενα .

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moniselitteinen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moniselitteinen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη