Μετάφραση του "monokkeli" σε Ελληνικά

Το μονόκλ είναι η μετάφραση του "monokkeli" σε Ελληνικά.

monokkeli noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονόκλ

    noun neuter

    Ajattelin hankkia omituisen teennäisyyden, - kuten piipun, monokkelin tai riippuviikset.

    Σκέφτομαι να υιοθετήσω κάτι εκκεντρικό, όπως μια πίπα ή ένα μονόκλ ή ένα τσιγκελωτό μουστάκι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monokkeli " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monokkeli" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη