Μετάφραση του "musertava" σε Ελληνικά

Οι καταστρεπτικός, συντριπτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "musertava" σε Ελληνικά.

musertava adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταστρεπτικός

    adjective

    Ruokintaletku on henkisesti musertava.

    Ξέρεις καλά όπως κι εγώ ότι ο σωλήνας σίτισης είναι καταστρεπτικός για την ψυχολογία.

  • συντριπτικός

    adjective

    Pelko, jota tunsin sinä päivänä, oli musertavaa ja todellista.

    Ο φόβος που αισθάνθηκα εκείνη την ημέρα ήταν συντριπτικός και πραγματικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " musertava " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "musertava" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη