Μετάφραση του "mutiainen" σε Ελληνικά

Οι απολίτιστος, βάρβαρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mutiainen" σε Ελληνικά.

mutiainen noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απολίτιστος

    noun masculine
  • βάρβαρος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mutiainen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mutiainen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη