Μετάφραση του "mutta" σε Ελληνικά

Οι μα, όμως, αλλά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mutta" σε Ελληνικά.

mutta conjunction noun

[esittelee sanan tai lauseen, joka erottuu edeltävästä sanasta tai lauseesta tai on sen vastainen]

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μα

    conjunction

    Tämä vaikuttaa epäsovinnaiselta mutta uudet ideat ovat välttämättömiä vitsausten edessä.

    Παραδέχομαι ότι φαίνεται αντισυμβατικό, μα οι νέες ιδέες είναι απαραίτητες για να αντιμετωπιστούν μάστιγες.

  • όμως

    conjunction

    Ne on voitava todentaa tosiasioiden osalta mutta niitä ei ole tarpeen arvioida taloudelliselta kannalta.

    Τα εν λόγω κριτήρια πρέπει να είναι αντικειμενικώς επαληθεύσιμα, δεν είναι όμως απαραίτητο να επιδέχονται οικονομική αξιολόγηση.

  • αλλά

    conjunction

    sillä ehdolla, että

    En tarvitse sinun apuasi, mutta sinä tarvitset minun.

    Εγώ δεν χρειάζομαι τη βοήθειά σας, αλλά εσείς χρειάζεστε τη δική μου βοήθεια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μόνο
    • εντούτοις
    • μολαταύτα
    • ωστόσο
    • εκτός
    • καίτοι
    • μολονότι
    • παρόλο
    • αν και
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mutta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mutta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Mut
    Μουτ
  • γογγυσμός · γογγυτό · μουρμουρητό · μουρμούρα · μουρμούρισμα
  • γογγύζω · μουρμουρίζω · παραπονιέμαι · ψελλίζω
  • μάνα · μαμά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mutta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη