Μετάφραση του "niitto" σε Ελληνικά

Οι θερισμός, χορτοκοπή, θέρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "niitto" σε Ελληνικά.

niitto noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θερισμός

    noun masculine

    Elonkorjuun jälkeen tulee niitto.

    Μετά τη συγκομιδή έρχεται ο θερισμός.

  • χορτοκοπή

  • θέρος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " niitto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "niitto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη