Μετάφραση του "nosto" σε Ελληνικά

Οι ανάληψη, ανύψωση, άρση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nosto" σε Ελληνικά.

nosto noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάληψη

    noun feminine

    Vararahastosta tapahtuviin nostoihin on oltava tiettyä summaa ja ajankohtaa koskeva lupa.

    Κάθε ανάληψη από το αποθεματικό πρέπει να εγκρίνεται για συγκεκριμένο ποσό και συγκεκριμένη ημερομηνία.

  • ανύψωση

    noun

    Maahenkilöstön tahaton nosto tai veto, joka aiheuttaa henkilön kuoleman tai vamman.

    Ακούσια ανύψωση ή παράσυρση πληρώματος εδάφους με αποτέλεσμα θανατηφόρο ατύχημα ή τραυματισμό προσώπου.

  • άρση

    noun

    Käytä nostossa vatsaa ja selkää.

    Στην επόμενη άρση, θα πρέπει να χρησιμοποιήσεις κοιλιακούς και πλάτη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έξαρση
    • ανέγερση
    • άνωση
    • ανάκληση
    • ανέβασμα
    • ανασήκωμα
    • ανώθηση
    • διεύρυνση
    • κόψιμο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nosto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nosto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανέγερση εγκατάστασης (οικοδομής)
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nosto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη