Μετάφραση του "nouseminen" σε Ελληνικά
Οι επιβίβαση, ανάβαση, ανέβασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nouseminen" σε Ελληνικά.
nouseminen
Noun
verb
γραμματική
-
επιβίβαση
noun— matkustajien nouseminen asemalla seisovaan junaan ja siitä poistuminen.
— την επιβίβαση και την αποβίβαση των επιβατών στις αμαξοστοιχίες που είναι σταθμευμένες στο σταθμό.
-
ανάβαση
noun -
ανέβασμα
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναδύομαι
- αφύπνιση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " nouseminen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη