Μετάφραση του "odottamaton" σε Ελληνικά

Οι απροσδόκητος, απρόβλεπτος, απρόοπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "odottamaton" σε Ελληνικά.

odottamaton adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απροσδόκητος

    adjective masculine

    Niitä odottaa kuitenkin vielä yksi odottamaton peto.

    Όμως ένας τελευταίος απροσδόκητος άρπαγας είναι σε αναμονή.

  • απρόβλεπτος

    adjective

    Toinen odottamaton tekijä oli talous- ja rahoituskriisistä johtuva tilausten väheneminen.

    Η έλλειψη παραγγελιών λόγω της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης ήταν ένας ακόμη απρόβλεπτος παράγοντας.

  • απρόοπτος

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απρόσμενος
    • αναπάντεχος
    • ξαφνικός
    • αιφνίδιος
    • ανέλπιστος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " odottamaton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "odottamaton" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "odottamaton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη