Μετάφραση του "oikeutus" σε Ελληνικά

Οι εξουσιοδότηση, δικαιολογία, απολόγηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oikeutus" σε Ελληνικά.

oikeutus noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξουσιοδότηση

    noun feminine

    Jos tätä säännöstä voitaisiin soveltaa myös myöhemmin liittyneisiin jäsenvaltioihin, Puolalla olisi kaksinkertainen oikeutus veronalennukseen.

    Εάν η εν λόγω διάταξη εφαρμοζόταν και στα νεότερα κράτη μέλη, η Πολωνία θα διέθετε διττή εξουσιοδότηση για την επιβολή μειωμένου φόρου.

  • δικαιολογία

    noun feminine

    Kun kyseiset telakat tulivat osaksi voitollista holdingyhtiötä, erityisen verojärjestelyn oikeutus kuitenkin katosi.

    Η ένταξη όμως των εν λόγω ναυπηγείων σε ζημιογόνο holding εξάλειψε τη δικαιολογία εφαρμογής της ειδικής φορολογικής διευκολύνσεως.

  • απολόγηση

    feminine
  • εγγύηση

    noun feminine

    On varmistettava komiteoiden ja yhteisön asiantuntijaryhmien oikeutus eli taattava niiden riippumattomuus, monitieteellisyys ja avoimuus.

    Διασφάλιση της νομιμότητας των ευρωπαϊκών επιτροπών και ομάδων εμπειρογνωμόνων: εγγύηση της ανεξαρτησίας, της διεπιστημονικότητας, της διαφάνειας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oikeutus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oikeutus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη