Μετάφραση του "oleminen" σε Ελληνικά
Οι ύπαρξη, οντότητα, ον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oleminen" σε Ελληνικά.
oleminen
verb
γραμματική
-
ύπαρξη
noun feminineIhmisenä oleminen ja ihmisen näkeminen toisessa ihmisessä menee yli kulttuurirelativismin.
Η ανθρώπινη ύπαρξη και η αποδοχή του άλλου υπερβαίνει τον πολιτιστικό σχετικισμό.
-
οντότητα
noun -
ον
nounευρεία έννοια που περικλείει αντικειμενικά και υποκειμενικά χαρακτηριστικά της πραγματικότητας και της ύπαρξης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oleminen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "oleminen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δουλεία
-
αποσύνδεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη