Μετάφραση του "olio" σε Ελληνικά

Οι πλάσμα, δημιούργημα, αντικείμενο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "olio" σε Ελληνικά.

olio noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλάσμα

    noun neuter

    Analyysiryhmä ei löytänyt mitään fyysisiä todisteita kuvaamastanne oliosta.

    H ομάδα αvάλυσης, που εξέτασε επιμελώς το σωστικό σκάφος δεv βρήκε στοιχεία γι'αυτό το πλάσμα.

  • δημιούργημα

    noun neuter

    Jumala ei ikinä halunnut, että nämä oliot olisivat olemassa.

    Αυτά δεν ήταν δημιουργήματα Θεού.

  • αντικείμενο

    noun neuter

    νοητική κατασκευή που ορίζεται από την αντίληψη για κάτι ως μοναδική φυσική ή αφηρημένη οντότητα

    Tämän periaatteen Eric tuntee hyvin laboratorion ulkopuolelta - missä hoitaa muita herkkiä olioita.

    Είναι μια αρχή που ο Έρικ γνωρίζει καλά από το πάθος που έχει εκτός εργαστηρίου, φροντίζοντας άλλα, ευαίσθητα αντικείμενα.

  • νεύμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " olio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "olio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ζωντανός οργανισμός · ον
  • αντικειμενοστραφής προγραμματισμός · αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός
  • αφηρημένο αντικείμενο
  • συγκεκριμένο αντικείμενο
  • Αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός
  • τεχνητό αντικείμενο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "olio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη