Μετάφραση του "olka" σε Ελληνικά

Το ώμος είναι η μετάφραση του "olka" σε Ελληνικά.

olka noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ώμος

    noun masculine

    Jotta selviäisi, kuinka olka ja kyynärpää menivät sijoiltaan.

    Είναι σημαντικό να εξηγήσουμε πώς εξαρθρώθηκαν ο ώμος και ο αγκώνας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " olka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "olka"

Φράσεις παρόμοιες με "olka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "olka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη