Μετάφραση του "omaisuus" σε Ελληνικά
Οι ιδιοκτησία, περιουσία, αγαθά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "omaisuus" σε Ελληνικά.
-
ιδιοκτησία
noun feminineIlma-alusta ei saa käyttää huolimattomasti tai vastuuttomasti niin, että toisten henki tai omaisuus vaarantuu.
Απαγορεύεται η αμελής ή αλόγιστη εκμετάλλευση αεροσκαφών, ώστε να μην τίθενται σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές ή ιδιοκτησία τρίτων.
-
περιουσία
noun feminineKyseinen kiinteä omaisuus tai suuri rakennelma voidaan hyväksyä ainoastaan hallintoneuvoston ennakkohyväksynnän jälkeen.
Η αποδοχή ακίνητης περιουσίας ή μεγάλων εγκαταστάσεων, εξαρτάται από προηγούμενη έγκριση του διοικητικού συμβουλίου.
-
αγαθά
noun neuterJos omaisuus ei täytä kaikkia näitä edellytyksiä, se ilmoitetaan taseen ulkopuolisissa sitoumuksissa.
Εάν δεν πληρούται ένας από αυτούς τους τρεις όρους, τα αγαθά αυτά εγγράφονται στις υποχρεώσεις εκτός ισολογισμού.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ενεργητικό
- ιδιότητα
- κεφάλαιο
- κτήμα
- κτήση
- κυριότητα
- πλούτος
- υπάρχοντα
- αντικείμενο μεταβίβασης
- διαπίστευμα
- θησαυρός
- κεφάλαια διαχείρισης
- μέσα
- πάγιο
- πόρος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " omaisuus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "omaisuus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατάκτηση
-
προσωπικά είδη
-
στεγαστικά δάνεια
-
δημόσια περιουσία
-
ακίνητη περιουσία
-
λογοτεχνική και καλλιτεχνική ιδιοκτησία
-
κλεμμένη περιουσία