Μετάφραση του "ominaispaino" σε Ελληνικά

Οι ειδικός βάρος, ειδικό βάρος, πυκνότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ominaispaino" σε Ελληνικά.

ominaispaino noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ειδικός βάρος

    noun neuter
  • ειδικό βάρος

    hera on tiivistettyä, kun sen ominaispaino ei ole alhaisempi kuin rasvattoman maidon ominaispaino;

    Θεωρείται συμπυκνωμένος ο ορρός του οποίου το ειδικό βάρος δεν είναι κατώτερο εκείνου του αποκορυφωμένου γάλακτος

  • πυκνότητα

    noun feminine

    Kypsyy keskimääräisessä ajassa, hapokkuus vähäinen, rypälemehun ominaispaino keskimääräinen

    Μεσαίος χρόνος ωρίμασης, χαμηλή οξύτητα, μεσαία πυκνότητα γλεύκους

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ominaispaino " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ominaispaino" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη