Μετάφραση του "omistaja" σε Ελληνικά

Οι ιδιοκτήτης, κάτοχος, κύριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "omistaja" σε Ελληνικά.

omistaja noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτήτης

    noun masculine

    Esimerkiksi hotellin omistaja siirtää joskus joitakin tehtäviä kolmansille osapuolille hallintopalvelusopimuksella.

    Για παράδειγμα, ο ιδιοκτήτης ενός ξενοδοχείου μερικές φορές μεταβιβάζει ορισμένες ευθύνες σε τρίτους στο πλαίσιο σύμβασης διαχείρισης.

  • κάτοχος

    noun masculine

    Kuvaus tavasta, jolla valmistaja antaa tiedon ajoneuvojen omistajille.

    Περιγραφή της μεθόδου με την οποία ο κατασκευαστής θα ενημερώσει τους κατόχους οχημάτων.

  • κύριος

    noun masculine

    Päätökset eivät siis voi koskea tavaroita, joiden omistaja on tuntematon.

    Οι αποφάσεις όμως μπορούν να αφορούν εμπορεύματα των οποίων ο κύριος είναι άγνωστος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αφέντης
    • ιδιοκτήτρια
    • ένοικος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " omistaja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "omistaja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "omistaja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη