Μετάφραση του "omistus" σε Ελληνικά

Οι ιδιοκτησία, ιδιότητα, συμφέρον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "omistus" σε Ελληνικά.

omistus noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτησία

    noun feminine

    Valtion omistus on vähentynyt pankkialalla, joka on kehittänyt edelleen välittäjätehtäväänsä.

    Περιορίστηκε επίσης η ιδιοκτησία του κράτους στον τραπεζικό τομέα που συνέχισε να επιτελεί το διαμεσολαβητικό του έργο.

  • ιδιότητα

    noun feminine

    Julkinen omistus ei sellaisenaan vastaa tilannetta, jossa kyseinen jäsenvaltio käyttää julkista valtaa.

    Η ιδιότητα αυτή δεν ταυτίζεται αφ’ εαυτής με την περίπτωση εκείνη που το κράτος μέλος ασκεί προνομίες δημόσιας εξουσίας.

  • συμφέρον

    noun neuter

    omistus ja organisaatiorakenne mukaan lukien eturistiriitojen välttäminen,

    — ιδιοκτησιακό καθεστώς και οργανωτική δομή, συμπεριλαμβανομένης της πρόληψης της σύγκρουσης συμφερόντων,

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ιδιοκτησιακός
    • κατάληψη
    • κτήση
    • κυριότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " omistus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Omistus
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κυριότητα

    Omistus- ja käyttöoikeuksiin sovelletaan näissä kahdessa tukimuodossa erityissääntöjä

    Και για τα δύο καθεστώτα θα εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες σε ό,τι αφορά την κυριότητα και τα δικαιώματα πρόσβασης

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "omistus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη