Μετάφραση του "on" σε Ελληνικά

Οι είναι, υπάρχει είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "on" σε Ελληνικά.

on verb
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • είναι

    verb

    Tom on mennyt jo kotiin, mutta Mary on yhä täällä.

    Ο Τομ έχει πάει ήδη σπίτι, αλλά η Μαίρη είναι ακόμα εδώ.

  • υπάρχει

    verb

    Teorialla ja käytännöllä ei teoriassa ole eroa, mutta käytännössä niillä on.

    Στη θεωρία, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ θεωρίας και πράξης. Αλλά στη πράξη υπάρχει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " on " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "on" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πεινάω · πεινώ
  • εὐτύχει · καλή τύχη · συγχαρητήρια
  • Νιρβάνα · γούρι · εξαιρετική ευτυχία · επιτυχία · ευδαιμονία · ευημερία · ευπραγία · ευτυχία · ευτύχημα · μακαριότητα · μοίρα · πεπρωμένο · περίσταση · προκοπή · στον έβδομο ουρανό · τύχη · χαρά
  • έχω μια ερώτηση
  • γεωργική έκταση με περιβαλλοντικούς περιορισμούς
  • η αγάπη είναι τυφλή
  • ευκαιρίες με παραπομπή από
  • η γνώση είναι δύναμη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "on" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη