Μετάφραση του "onkalo" σε Ελληνικά
Οι άντρο, σπήλαιο, σπηλιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "onkalo" σε Ελληνικά.
onkalo
noun
γραμματική
-
άντρο
Noun -
σπήλαιο
noun neuterPaetkaa vuorten luoliin, maan onkaloihin.
" Και αυτοί θέλουσιν εισέλθει εις τα σπήλαια των βράχων. "
-
σπηλιά
noun feminineTämä koko onkalo on täynnä metanogeenisiä keskittymiä.
Όλη η σπηλιά είναι γεμάτη με ένα μεθανογενές συστατικό.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βαθούλωμα
- κόγχη
- τρύπα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " onkalo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "onkalo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανασκαφέν άνοιγμα · εκσκαφείσα οπή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη