Μετάφραση του "oopiumi" σε Ελληνικά

Οι όπιο, Όπιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oopiumi" σε Ελληνικά.

oopiumi noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • όπιο

    noun neuter

    Kun se kävi liian raskaaksi, hän otti oopiumia hillitäkseen omaa tuskaansa.

    Όταν δεν το άντεχε, έπαιρνε όπιο για να αντιμετωπίσει τον πόνο της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oopiumi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Oopiumi
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Όπιο

    Oopiumi, vaniljasta saatu oleohartsi, muut kasviaineista saadut kasvilimat ja paksunnosaineet, myös modifioidut

    Όπιο, ελαιορητίνη βανίλιας, άλλα βλεννώδη και πηκτικά φυτικά παράγωγα, έστω και τροποποιημένα

Εικόνες με "oopiumi"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oopiumi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη