Μετάφραση του "opinto" σε Ελληνικά

Οι σπουδή, διάβασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "opinto" σε Ελληνικά.

opinto noun
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπουδή

    noun feminine

    vastuun ottaminen työhön tai opintoihin liittyvien tehtävien suorittamisesta

    Ανάληψη ευθύνης για την εκπλήρωση καθηκόντων στην εργασία ή στη σπουδή.

  • διάβασμα

    noun neuter

    Kotona menee vähän huonosti, mutta haluaisin että hän jatkaa opintoja.

    Στο σπίτι είναι καλός αλλά θέλω να προσπαθεί με το διάβασμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " opinto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "opinto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "opinto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη