Μετάφραση του "opiskelu" σε Ελληνικά

Οι διάβασμα, εκπαίδευση, σπουδή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "opiskelu" σε Ελληνικά.

opiskelu noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάβασμα

    noun neuter

    Käväisen katsomassa Marissaa, jos hän haluaa taukoa opiskeluista.

    Θα περάσω απ'τη Μαρίσα να δω αν θέλει να κάνει διάλειμμα απ'το διάβασμα.

  • εκπαίδευση

    noun feminine

    Pitääkseni työni ja pistääkseni hihat heilumaan opiskelun suhteen.

    Για να κρατήσω τη δουλειά μου και να βελτιώσω την εκπαίδευσή μου.

  • σπουδή

    noun feminine

    työskentely tai opiskelu selkeässä toimintaympäristössä suoran valvonnan alaisena

    Εργασία ή σπουδή υπό άμεση επίβλεψη σε δομημένο πλαίσιο

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μάθηση
    • μελέτη
    • φοίτηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " opiskelu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "opiskelu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη