Μετάφραση του "oppinut" σε Ελληνικά
Οι λόγιος, πολυμαθής, διαβασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oppinut" σε Ελληνικά.
oppinut
adjective
verb
noun
γραμματική
-
λόγιος
adjective masculineEn ole oppinut, mutta minulla on tunteet siinä kuin kellä tahansa.
Δεν είμαι λόγιος, όμως έχω τόσο καλά αισθήματα, όσο κάθε άνθρωπος.
-
πολυμαθής
adjective m;fEi ole epäilystäkään, ettei hän olisi oppinut.
Δεν υπάρχουν και πολλές αμφιβολίες για το ότι είναι ένας πολυμαθής.
-
διαβασμένος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μορφωμένος
- πολύξερος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oppinut " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "oppinut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άνθρωπος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη