Μετάφραση του "ori" σε Ελληνικά

Οι επιβήτορας, βαρβάτο άλογο, καμάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ori" σε Ελληνικά.

ori noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιβήτορας

    noun masculine

    Hän on vanha äijä, joka käyttää vaippoja ja minä olen nuori kyvykäs ori!

    Αυτός δεν ελέγχει την κύστη του, φοράει πάνες κι εγώ είμαι ένας νεαρός επιβήτορας, στο άνθος μου.

  • βαρβάτο άλογο

    noun
  • καμάκι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ori " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ori" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη