Μετάφραση του "orja" σε Ελληνικά

Οι δούλος, σκλάβος, δευτερεύων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orja" σε Ελληνικά.

orja noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δούλος

    noun masculine

    Selitä, miksi ilmaus ”uskollinen ja ymmärtäväinen orja” ei sovellu jokaiseen yksityiseen kristittyyn.

    Εξηγήστε γιατί ο όρος «πιστός και φρόνιμος δούλος» δεν εφαρμόζεται στον κάθε Χριστιανό ατομικά.

  • σκλάβος

    noun masculine

    On parempi kuolla vapaana karkkina kuin elää orjana.

    Kάλλιο vα πεθάvεις ελεύθερος παρά vα ζήσεις σκλάβος.

  • δευτερεύων

    adjective masculine

    Hagar, Abrahamin sivuvaimo, oli orja.

    Η Άγαρ, η δευτερεύουσα σύζυγος, ή αλλιώς παλλακίδα, του Αβραάμ, ήταν δούλη.

  • υποσυσκευή

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " orja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "orja"

Φράσεις παρόμοιες με "orja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "orja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη